περιτέμνω

περι|τέμνω обрезать, делать обрезание

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "περιτέμνω" в других словарях:

  • περιτέμνω — cut pres subj act 1st sg περιτέμνω cut pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτέμνω — ΝΜΑ και περιτάμνω Α 1. τέμνω γύρω γύρω, κόβω ολόγυρα 2. ενεργώ, κάνω περιτομή αρχ. 1. (σχετικά με αμπέλια) κλαδεύω 2. αποκόβω τα άκρα, ακρωτηριάζω 5. μτφ. αποβάλλω, χάνω («πᾱσαν... περιταμνόμενον σοφίαν», Ευρ.) 6. μέσ. περιτέμνομαι α) προκαλώ… …   Dictionary of Greek

  • περιτετμημένα — περιτέμνω cut perf part mp neut nom/voc/acc pl περιτετμημένᾱ , περιτέμνω cut perf part mp fem nom/voc/acc dual περιτετμημένᾱ , περιτέμνω cut perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτέμνεσθε — περιτέμνω cut pres imperat mp 2nd pl περιτέμνω cut pres ind mp 2nd pl περιτέμνω cut imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτέμνετε — περιτέμνω cut pres imperat act 2nd pl περιτέμνω cut pres ind act 2nd pl περιτέμνω cut imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτέμνῃ — περιτέμνω cut pres subj mp 2nd sg περιτέμνω cut pres ind mp 2nd sg περιτέμνω cut pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιταμνόμενον — περιτέμνω cut pres part mp masc acc sg περιτέμνω cut pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτεμεῖ — περιτέμνω cut fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) περιτέμνω cut fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτεμεῖν — περιτέμνω cut aor inf act (attic epic doric) περιτέμνω cut fut inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτεμνομένων — περιτέμνω cut pres part mp fem gen pl περιτέμνω cut pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτεμνόμεθα — περιτέμνω cut pres ind mp 1st pl περιτέμνω cut imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.